13.02.2026

Ανακοίνωση σχετικά με την Έκθεση 2024 «Περιστατικά σε χώρους θρησκευτικού χαρακτήρα στην Ελλάδα»

Ως Εκλεγμένοι Μουφτήδες της Τουρκικής Μειονότητας της Δυτικής Θράκης, μελετήσαμε προσεκτικά την Έκθεση έτους 2024 με τίτλο «Περιστατικά σε χώρους θρησκευτικού χαρακτήρα στην Ελλάδα», η οποία εκδόθηκε από τη Γενική Γραμματεία Θρησκευμάτων του Υπουργείου Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού της Ελληνικής Δημοκρατίας, σε συνεργασία με τη Γενική Διεύθυνση Θρησκευτικής Εκπαίδευσης και Διαθρησκευτικών Σχέσεων και τη Διεύθυνση Θρησκευτικής Ελευθερίας και Διαθρησκευτικών Σχέσεων.

Στην Έκθεση υιοθετείται η αξιολόγηση σύμφωνα με την οποία οι υφιστάμενες κρατικές πολιτικές χαρακτηρίζονται σε μεγάλο βαθμό ως θετικές, επαρκείς και πλήρως συμβατές με το διεθνές δίκαιο. Παρότι το σχετικό τμήμα εμφανίζεται να προσφέρει μια λεπτομερή ανάλυση, εκτιμούμε ότι δεν αντιμετωπίζονται επαρκώς ορισμένα θεμελιώδη νομικά και πραγματικά ζητήματα που τα μέλη της Τουρκικής Μειονότητας της Δυτικής Θράκης θέτουν διαχρονικά επί μακρά σειρά ετών· υπό αυτή την έννοια, οι αξιολογήσεις αντανακλούν κυρίως την επίσημη οπτική της Πολιτείας.

Στο πλαίσιο αυτό, ο χαρακτηρισμός του καθεστώτος της Τουρκικής Μειονότητας της Δυτικής Θράκης αποκλειστικά ως θρησκευτικής μειονότητας, με αναφορά στη Συνθήκη της Λωζάννης, συνιστά τόσο περιοριστική ερμηνεία του ιστορικού πλαισίου της Συνθήκης όσο και προσέγγιση ασύμβατη με τα σύγχρονα διεθνή πρότυπα ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, καθώς και η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, καθιστούν σαφές ότι η μειονοτική ταυτότητα δεν μπορεί να περιορίζεται αποκλειστικά στη θρησκεία, αλλά πρέπει να αξιολογείται και υπό το πρίσμα της γλώσσας, του πολιτισμού, της συλλογικής ταυτότητας και του ατομικού δικαιώματος αυτοπροσδιορισμού. Η Έκθεση ωστόσο, δεν λαμβάνει υπόψη αυτή τη κατάσταση.

Αντίστοιχα, η οργάνωση των Μουφτειών στη Δυτική Θράκη ως δημόσιων θεσμών άμεσα υπαγόμενων στην εκτελεστική εξουσία και η διατήρηση της τελικής αποφασιστικής αρμοδιότητας στο κράτος κατά τη διαδικασία καθορισμού των μουφτήδων συνιστούν σαφή παραβίαση των αρχών της θρησκευτικής ελευθερίας και της κοινοτικής αυτονομίας. Οι μηχανισμοί διαβούλευσης στους οποίους γίνεται αναφορά στην Έκθεση, λόγω του περιορισμένου δεσμευτικού τους χαρακτήρα, εγείρουν σοβαρά ερωτήματα ως προς το δικαίωμα των θρησκευτικών κοινοτήτων να επιλέγουν ελεύθερα τους θρησκευτικούς τους ηγέτες. Ενώ τα διεθνή πρότυπα ανθρωπίνων δικαιωμάτων επιβάλλουν την ελάχιστη δυνατή κρατική παρέμβαση στην εσωτερική λειτουργία των θρησκευτικών κοινοτήτων, το ισχύον πλαίσιο θεσμοθετεί τον κρατικό έλεγχο.

Παρότι στην Έκθεση επισημαίνεται ότι με τον Νόμο 4964/2022 ορίζονται με σαφήνεια οι αρμοδιότητες και το καθεστώς των μουφτήδων, δεν εξετάζεται επαρκώς το γεγονός ότι η εν λόγω ρύθμιση αντίκειται στις διατάξεις της Σύμβασης της Istanbul του 1881, της Συνθήκης των Αθηνών του 1913, της Συνθήκης της 10ης Αυγούστου 1920 περί προστασίας των μειονοτήτων στην Ελλάδα, καθώς και της Συνθήκης της Λωζάννης του 1923. Ως εκ τούτου, επιχειρείται η απόκρυψη της παραβίασης της νομικής αυτονομίας της Τουρκικής Μειονότητας της Δυτικής Θράκης.

Επιπλέον, ο χαρακτηρισμός στην Έκθεση των ρυθμίσεων που αφορούν την κοινότητα των Αλεβιτών - Μπεκτασήδων, η οποία αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της Τουρκικής Μειονότητας της Δυτικής Θράκης, ως «ιστορικού ορόσημου» συνιστά υπερβολικά αισιόδοξη και μη ρεαλιστική αποτίμηση. Ενώ η Τουρκική Μειονότητα της Δυτικής Θράκης υφίσταται επί σχεδόν έναν αιώνα την άρνηση της ταυτότητάς της, περιορισμούς στην εκλογή θρησκευτικών λειτουργών και διαχειριστών ιστορικών βακουφίων, καθώς και το κλείσιμο των συλλόγων της, οι πολιτικές διαχωρισμού και διαφοροποίησης ταυτότητας που επιχειρείται να εφαρμοστούν στο εσωτερικό της μειονότητας συνιστούν προσβολή της ενιαίας και ολιστικής της ταυτότητας. Επιπλέον, παραμένει αβέβαιη η βιωσιμότητα των εν λόγω ρυθμίσεων και ο βαθμός στον οποίο ανταποκρίνονται στις πραγματικές ανάγκες της κοινότητας.

Η Έκθεση παραθέτει επίσης αναλυτικά ορισμένα έργα αποκατάστασης και διοικητικές ρυθμίσεις που υλοποιήθηκαν τα τελευταία έτη σχετικά με τους χώρους λατρείας της Τουρκικής (Μουσουλμανικής) Μειονότητας που διαβιοί στη Ρόδο και την Κω. Παρότι τα μέτρα αυτά μπορούν να αξιολογηθούν ως θετικά από την άποψη της προστασίας της πολιτιστικής κληρονομιάς, το γεγονός ότι το δικαίωμα των Τουρκογενών κατοίκων των νήσων να λαμβάνουν εκπαίδευση στη μητρική τους γλώσσα, την τουρκική, παρεμποδίζεται ουσιαστικά από το 1972, καθώς και ότι η διοίκηση των βακουφίων διαρθρώνεται υπό τον καθοριστικό ρόλο της εκτελεστικής εξουσίας, καταδεικνύει ότι η Ελλάδα δεν έχει εκπληρώσει επαρκώς τις διεθνείς της υποχρεώσεις ως προς την προστασία των μειονοτήτων που ζουν εντός της επικράτειάς της.

Συμπερασματικά, εκτιμούμε ότι οι αξιολογήσεις της Έκθεσης αναφορικά με την κατάσταση της Τουρκικής Μειονότητας της Δυτικής Θράκης θα ήταν ωφέλιμο να εμπλουτιστούν με μια προσέγγιση βασισμένη στα δικαιώματα, η οποία να αντανακλά πιο άμεσα τις εμπειρίες και τις προσδοκίες των μελών της μειονότητας. Το δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού της μειονότητας, τα αιτήματα της για θεσμική και θρησκευτική αυτονομία και οι υποχρεώσεις που απορρέουν από το διεθνές δίκαιο ανθρωπίνων δικαιωμάτων πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στις διαδικασίες χάραξης πολιτικής έτσι ώστε να συμβάλλουν στην ενίσχυση της αμοιβαίας εμπιστοσύνης και στην παραγωγή βιώσιμων λύσεων.

Στο πλαίσιο αυτό, θα θέλαμε να επαναλάβουμε για άλλη μια φορά τη σημασία της ενίσχυσης των διαύλων εποικοδομητικού διαλόγου και της ανάπτυξης κοινών πεδίων συνεργασίας με τους εκπροσώπους της Τουρκικής Μειονότητας της Δυτικής Θράκης.

                                                    Μουσταφά ΤΡΑΜΠΑ                                                              Ιμπραήμ ΣΕΡΗΦ

                                    Πρόεδρος Συμβουλευτικής Επιτροπής                               Εκλεγμένος Μουφτής Κομοτηνής

                                 Τουρκικής Μειονότητας της Δυτικής Θράκης

                                         και Εκλεγμένος Μουφτής Ξάνθης

Paylaş